ἐριθεύομαι

ἐρῑθ-εύομαι, Dep., ([etym.] ἔριθος)
A serve, work for hire, LXX To.2.11:—so in [voice] Act., Hld.1.5.
II of public officers or characters, canvass, intrigue for office,

οἱ ἐριθευόμενοι Arist.Pol.1303a16

; cf. ἐξεριθεύομαι.
2 later [voice] Act., generally, compete with, τινι Sch.S.Aj.833 : abs., indulge in petty intrigue, Eust.1162.23.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εριθεύομαι — ἐριθεύομαι (Α) [έριθος] (αποθ. κυρίως το ενεργ. σπάνιο και μεταγενέστερο) 1. εργάζομαι με μισθό, υπηρετώ κάποιον με αμοιβή 2. με δόλια μέσα επιδιώκω δημόσια θέση, επιζητώντας την επιδοκιμασία τού όχλου («ὅτι ᾑροῦντο τοὺς ἐριθυομένους», Αριστοτ.)… …   Dictionary of Greek

  • ἠριθευμένων — ἐριθεύομαι serve perf part mp fem gen pl ἐριθεύομαι serve perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριθευομένης — ἐριθεύομαι serve pres part mp fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριθευομένους — ἐριθεύομαι serve pres part mp masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριθευόμενος — ἐριθεύομαι serve pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριθεύει — ἐριθεύομαι serve pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριθεύεσθαι — ἐριθεύομαι serve pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠριθεύετο — ἐριθεύομαι serve imperf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έριθος — ἔριθος, ὁ, ἡ (Α) 1. (ιδιαίτερα για θεριστές) εργάτης με ημερομίσθιο 2. μτγν. αἱ ἔριθοι εργάτριες που γνέθουν και υφαίνουν το μαλλί, κλώστριες, υφάντριες («ἐρίων ἔριθοι») 3. (και για αράχνες) φρ. «πάντα δ’ ἐρίθων ἀραχνᾱν βρίθει» (Σοφ.) 4. μτφ.… …   Dictionary of Greek

  • εξεριθεύομαι — ἐξεριθεύομαι (Α) [εριθεύομαι] δελεάζω, παραπλανώ …   Dictionary of Greek

  • εριθεία — ἐριθεία, ἡ (AM) [εριθεύομαι] αρχ. μσν. εγωιστική φιλοδοξία, δοξομανία, χωρίς ηθικό φραγμό («ὅπου γάρ ζήλος και ἐριθεία, ἐκεῑ ἀκαταστασία καὶ πᾱν φαῡλον πρᾱγμα», ΚΔ) αρχ. 1. εργασία με μισθό 2. επιδίωξη πολιτικού αξιώματος δημόσιας θέσης,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.